Εκβολάδες

 

Φτωχά μεταλλεύματα που απορρίπτονται μετά από τη διαλογή και τον εμπλουτισμό. Για λεπτομερέστερη περιγραφή της διαδικασίας εξόρυξης των μεταλλευμάτων και της παραγωγής της σκωρίας βλέπε ενότητα 4.

 

Εξωτερικές Εκβολάδες

 

Παραπροϊόντα αρχικής διαλογής εξορυγμένων μεταλλευμάτων, φτωχά σε περιεκτικότητα του ζητούμενου μετάλλου (εν προκειμένω λιγότερο από 7% περιεκτικότητα σε μόλυβδο) τα οποία και απορρίπτονταν. Για λεπτομερέστερη περιγραφή της διαδικασίας εξόρυξης των μεταλλευμάτων βλέπε ενότητα 4.

 

Εσωτερικές Εκβολάδες

 

Μεταλλεύματα φτωχά σε περιεκτικότητα του ζητούμενου μετάλλου (εν προκειμένω λιγότερο από 7% περιεκτικότητα σε μόλυβδο) τα οποία απορρίπτονταν μετά από μια πρώτη διαλογή στο εσωτερικό των ορυχείων καθώς δε θεωρούνταν οικονομικά αξιοποιήσιμα ώστε να μεταφερθούν έξω από αυτά. Για λεπτομερέστερη περιγραφή της διαδικασίας εξόρυξης των μεταλλευμάτων βλέπε ενότητα 4.

 

Εμπλουτισμός

 

Μέρος της διαδικασίας επεξεργασίας του μεταλλεύματος κατά το οποίο επιτυγχανόταν αύξηση της περιεκτικότητας του σε μόλυβδο, απομακρύνοντας κλάσματα με χαμηλή ή μηδενική περιεκτικότητα σε μόλυβδο, ώστε να καταστεί πιο αποδοτική η διαδικασία της τήξης. 

Ο εμπλουτισμός γινόταν με έκπλυση των φτωχότερων σε μόλυβδο και άρα ελαφρύτερων κλασμάτων του μεταλλεύματος σε πλυντήρια.

Για λεπτομερέστερη περιγραφή της διαδικασίας επεξεργασίας του μεταλλεύματος βλέπε ενότητα 4.

 

Κυπέλλωση

 

Τελικό στάδιο της διαδικασίας επεξεργασίας του μεταλλεύματος για την παραγωγή αργύρου, όπου επιτυγχανόταν  ο διαχωρισμός μολύβδου και αργύρου, με οξείδωση σε πυρίμαχο σκεύος (κύπελλο) τοποθετημένο σε ειδική θολωτή κάμινο κυπελλώσεως.

Για λεπτομερέστερη περιγραφή της διαδικασίας επεξεργασίας του μεταλλεύματος βλέπε ενότητα 4.

 

 Λαύριο:

 

Σύμφωνα με μια θεωρία το όνομα Λαύριο προέρχεται από τη λέξη "λαύρα".

Το πιο έγκυρο λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας δίνει σαν ερμηνείες αυτής της λέξης τις εξής:

1.      διάδρομος, ρύμη, στενωπός,

2.       οχετός καθαρισμού 

3.       κελί (δηλαδή η σύγχρονη έννοια).

Επίσης αναφέρει την πιθανότητα συγγένειας με τη λέξη "λαβύρινθο".

 

Λιθάργυρος

 

Οξειδωμένος μόλυβδος, παραπροϊόν της επεξεργασίας του μεταλλεύματος για το διαχωρισμό μολύβδου-αργύρου (βλ. κυπέλλωση).  Χρησιμοποιούταν ως στεγανωτικό επίχρισμα στις δεξαμενές αποθήκευσης του νερού που προοριζόταν για τη διαδικασία εμπλουτισμού του μεταλλεύματος.

Για λεπτομερέστερη περιγραφή της διαδικασίας επεξεργασίας του μεταλλεύματος βλέπε ενότητα 4.

 

Σκουριά ή Σκωρία (Slag)

 

Παραπροϊόν της τήξης των εμπλουτισμένων μολυβδούχων μεταλλευμάτων σε καμίνια. Για λεπτομερέστερη περιγραφή της διαδικασίας εξόρυξης των μεταλλευμάτων και της παραγωγής της σκωρίας βλέπε ενότητα 4.

 

Δευτερογενή Ορυκτά  Σκωρίας  (Slag Minerals)

 

Ορυκτά τα οποία σχηματίστηκαν δευτερογενώς, μετά από μακροχρόνια παραμονή των σκουριών μέσα στη θάλασσα (π.χ. νιλίτης, πενφιελδίτης, θορικοσίτης, φιδλερίτης, γεωργιαδεσίτης). Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Ορυκτολογικό Μουσείο Λαυρίου.

 

Greenfield

 

Περιοχή γης που δεν έχει επιβαρυνθεί περιβαλλοντικά από προηγούμενες ανθρώπινες δραστηριότητες (καθαρή, μη ρυπασμένη περιοχή), όρος που έρχεται σε αντίθεση με τον όρο brownfield.

 

Brownfield

 

Σύμφωνα με την EPA, μια ιδιοκτησία (συχνά ένα κομμάτι γης) της οποίας η επέκταση, ανάπτυξη ή επαναχρησιμοποίηση μπορεί να περιπλέκεται από την παρουσία ή πιθανή παρουσία επικίνδυνων ουσιών και ρυπαντών. Με απλούστερα λόγια, μια περιοχή η οποία έχει επιβαρυνθεί περιβαλλοντικά από προηγούμενες ανθρώπινες δραστηριότητες. Η αξιοποίηση των περιοχών αυτών μπορεί να απαιτεί σημαντικές επεμβάσεις αποκατάστασης, ανάλογα με τη νέα χρήση για την οποία προορίζονται. Περισσότερες πληροφορίες μπορούν να βρεθούν στο σχετικό δικτυακό τόπο της EPA.